Τελικά βλέπουμε μόνο με τα μάτια;
Την πρώτη φορά που διάβασα το βιβλίο του Zeki Semir “The Inner Vision” εντυπωσιάστηκα από τον τρόπο που συνέδεε την τέχνη με τις λειτουργίες του οπτικού εγκεφάλου. Πίστεψα πως επρόκειτο για ένα επιστημονικό «εγχειρίδιο» της τέχνης . Καθώς όμως ξαναδιάβαζα τις σελίδες αντιλήφθηκα ότι ο διάσημος νευροβιολόγος από το Λονδίνο προχωρούσε μέσα από τα γραφόμενά του σε μια αιρετική τομή όσον αφορά την πρόσφατη θεώρηση του ρόλου της όρασης. Η όρασή μας, διακηρύττει, δεν είναι απλά μια παθητική διεργασία. Κάθε άλλο. Είναι μια ενεργητική διαδικασία. Τα λεγόμενα του Ζeki to 1999 έρχεται να ενισχύσει και να επιβεβαιώσει το 2005 ο Kevin O ‘ Regan , ψυχολόγος από το CNRS ,France’s national research center at Rene Descartes University στο Παρίσι. Πώς; Με πειράματα… Ας δούμε αναλυτικά.
Ο Eric Weihenmayer έχασε την όρασή του όταν ήταν 13 ετών. Είκοσι χρόνια μετά στο εργαστήριο Paul Bach-y- Rita της Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου του Wisconsin μπόρεσε να πιάσει μια κυλιόμενη μπάλα, να παίξει πέτρα, χαρτί, ψαλίδι και να δει τη φλόγα ενός κεριού να τρεμοπαίζει. Βέβαια τίποτα δεν άλλαξε με τα μάτια του, γιατί ο Eric «είδε» με τη γλώσσα του! Μία κάμερα που τοποθετήθηκε στο μέτωπο του Εric τροφοδότησε με σήμα μια ηλεκτρονική συσκευή που μετατρέπει τα στοιχεία του φωτός ή του σκοταδιού σε ηλεκτρικούς παλμούς. Οι παλμοί ερέθισαν μια περιοχή 144 ηλεκτροδίων σε ένα πλέγμα μεγέθους ενός γραμματοσήμου, το οποίο αποτύπωσε την κωδικοποιημένη εικόνα στη γλώσσα του. Στην αρχή περιέγραψε την αίσθηση σαν μικρές εκρήξεις, αργότερα όμως βίωσε κάτι πιο «μακρινό», μια αίσθηση χώρου, βάθους και σχήματος….
Η Cheryl Schlitz μπόρεσε στο ίδιο εργαστήριο και φορώντας την ίδια συσκευή να χορέψει για είκοσι ολόκληρα λεπτά μετά από εφτά χρόνια. Κανονικά κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο καθώς το κέντρο ισορροπίας της είχε καταστραφεί σε μικρότερη ηλικία από ένα αντιβιοτικό.
Αυτές οι συσκευές γνωστές με την ονομασία «αισθητικά υποκατάστατα» βασίζονται σε μια τεχνολογία που ονομάζεται Brain Port και η οποία περιγράφεται από το Bach-y-Rita ως μια USB σύνδεση στον εγκέφαλό μας. Βρισκόμαστε πολύ κοντά στο σημείο να διατεθούν στο εμπόριο και προορίζονται για ανθρώπους σαν τη Schlitz και τυφλούς. Εκτός αυτού έχει εκδηλωθεί έντονο ενδιαφέρον από τον αμερικανικό στρατό προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από πιλότους σε πτήσεις όπου οι συνθήκες όρασης είναι εξαιρετικά δύσκολες. Δε λείπει βέβαια και η προοπτική να δούμε εφαρμογή τους σε παιχνίδια εικονικής πραγματικότητας. Πέραν αυτών των εφαρμογών, στις νευροεπιστήμες και στη φιλοσοφία, η αισθητική υποκατάσταση αποτελεί πόλο ενδιαφέροντος για τις αποκαλύψεις σχετικά με τον εγκέφαλό μας και τις αισθήσεις μας. Το γεγονός ότι ο Eric βίωσε κάτι «μακρινό» ξεχνώντας τον ερεθισμό της γλώσσας και ότι η Schlitz ένιωθε κανονικά, παρόλο που χρησιμοποιούσε μια εντελώς διαφορετική αισθητική ανατροφοδότηση για να διατηρεί την ισορροπία της, προτείνουν ότι ο διαχωρισμός τω αισθήσεων μας σε αφή , όραση, γεύση, όσφρηση και ακοή σχετίζεται ελάχιστα με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Το αισθητικό όργανο που συλλέγει την πληροφορία και ο τρόπος που αυτή μεταδίδεται στον εγκέφαλο ωχριούν πλέον μπροστά στην ίδια τη φύση της πληροφορίας.
Πολλοί αντιμετωπίζουν το γεγονός αυτό ως μια δραματική απόδειξη της ελαστικότητας του εγκεφάλου μας. Με άλλα λόγια ισχυρίζονται πως όταν στερηθούμε μια σημαντική πηγή πληροφοριών , όπως ή όραση , ο εγκέφαλος μας καταφεύγει σε μια λιγότερη προβεβλημένη πηγή , όπως η αφή και αντλεί πληροφορίες απ ‘αυτή. Άλλοι όμως προχωρούν περισσότερο και διατείνονται ότι ο παραδοσιακός τρόπος με τον οποίο θεωρούμε ότι λειτουργούν οι αισθήσεις μας είναι εντελώς λάθος.
Σύμφωνα με την ορθόδοξη άποψη, η αισθητική μας αντίληψη σχετίζεται με το «χτίσιμο» εσωτερικών εικόνων του κόσμου. Τα αισθητικά μας συστήματα αντλούν πληροφορίες από το εξωτερικό περιβάλλον και τις διοχετεύουν στον εγκέφαλο, ο οποίος στη συνέχεια διαμορφώνει μια αναπαράσταση του περιβάλλοντος μας. Επομένως το να αισθανόμαστε είναι μια παθητική διεργασία συλλογής ερεθισμάτων. Η αντίληψη είναι μια ενεργητική διαδικασία κατά την οποία τα ερεθίσματα μετατρέπονται σε αξιοποιήσιμες και χρήσιμες πληροφορίες. Αυτό το μοντέλο συμφωνεί με την καθημερινή μας εμπειρία, όπου συχνά μιλάμε για αποθηκευμένες εικόνες που ανασύρονται στην επιφάνεια όταν χρειαστεί. Εκτός αυτού έχει αποδειχθεί επιστημονικά μέσω απεικονιστικών τεχνικών του εγκεφάλου ότι όταν ακούμε, βλέπουμε ή αγγίζουμε κάτι δραστηριοποιούνται διαφορετικές κάθε φορά περιοχές του εγκεφάλου μας. Επιπλέον απόδειξη που συνηγορεί υπέρ αυτού του μοντέλου αποτελεί το γεγονός ότι μπορούμε να φανταζόμαστε. Ακόμα κι αν λείπουν οι αισθητικές πληροφορίες (δηλαδή δε βλέπουμε κάτι), μπορούμε να αναπαραγάγουμε εικόνες και ήχους στο μυαλό μας. Όταν όμως φανταζόμαστε ότι βλέπουμε κάτι, ενεργοποιείται ο οπτικός μας φλοιός, ενώ απουσιάζει το ερέθισμα που θα τον ενεργοποιούσε κανονικά(δηλ μια κανονική εικόνα) . Επιπλέον μέσω της τεχνικής TMS ( transcranial magnetic stimulation) οι ερευνητές από το Harvard, Steven Cosslyn και Alvaro Pascual – Leone έχουν αποδείξει ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να φανταστούν εάν τα οπτικά τους κυκλώματα δε λειτουργούν (switched off).
Στο σημείο αυτό έρχεται ο O’ Regan ο οποίος αποδέχεται όλα τα παραπάνω ,αλλά δεν είναι πεπεισμένος ότι αποδεικνύουν τη διαμόρφωση του κόσμου στον εγκέφαλό μας για την οποία μιλούν. Αντίθετα προτείνει μια διαφορετική άποψη για την οπτική αντίληψη και διατείνεται ότι τα πειράματα στο Bach-y- Rita την υποστηρίζουν.
Το σημείο εκκίνησης του O ‘ Regan τοποθετείται χρόνια πριν όταν άρχισε να ασχολείται με τα μάτια. Ήταν περίεργος για το πώς μπορεί ο κόσμος να έχει σταθερή μορφή μπροστά στα συνεχώς κινούμενα μάτια μας. Όταν λέμε κινούμενα μάτια εννοούμε τις αδιάλειπτες σακκαδικές κινήσεις των ματιών μας (κοινώς το ρυθμικό και πολύ γρήγορο ανοιγοκλείσιμο που συμβαίνει περιοδικά σε όλους ). Σκέφτηκε λοιπόν ότι στο ελάχιστο χρονικό διάστημα που τα μάτια μας διατηρούνται κλειστά , ο εγκέφαλος μας λαμβάνει γνώση για τη στιγμιαία απώλεια επαφής με τον εξωτερικό κόσμο και έτσι αναπληρώνει αυτή την εικόνα χτίζοντας μια ίδια εσωτερική εικόνα. Έτσι δεν αντιλαμβανόμαστε ότι τα μάτια μας έκλεισαν και έστω και στιγμιαία δε βλέπουμε. Δεν μπόρεσε όμως να αποδείξει αυτό τον ισχυρισμό. Βρέθηκαν νευρικά σήματα που συνδυάζονταν με τις κινήσεις των ματιών , αλλά δεν αποδείχτηκε ότι ενέχονταν στη δημιουργία στιγμιαίων σκηνών που συνεισέφεραν σε μια σταθερή γενική εικόνα. Ανάλογα εγχειρήματα άλλων ερευνητών απέτυχαν επίσης. Εδώ όμως τίθεται το ερώτημα. Αν ο εγκέφαλος δεν αναπληρώνει την εικόνα , πώς μπορούμε και βλέπουμε σταθερά; Ένα επιπλέον πρόβλημα προέκυψε από ένα διάσημο πείραμα που πραγματοποιήθηκε από τους ερευνητές Dan Simons και Christopher Chabris στο πανεπιστήμιο του Harvard. Ζήτησαν από εθελοντές να παρακολουθήσουν έναν μαγνητοσκοπημένο αγώνα μπάσκετ και να μετρούν τις πάσες μιας συγκεκριμένης ομάδας. Νωρίς στον αγώνα ένας άντρας με στολή γορίλα μπήκε και διέσχισε αρκετά αργά το γήπεδο. Παρόλο που ήταν ορατός για παραπάνω από 45 δευτερόλεπτα, περίπου 40% των θεατών δεν τον αντιλήφθηκαν. Όταν ξαναείδαν τον αγώνα χωρίς να έχουν να μετρούν κάτι, τον παρατήρησαν αμέσως όλοι. Για τον Simons αυτό αποτελεί ισχυρή απόδειξη ότι παρόλο που έχουμε την εντύπωση ότι κάθε φορά βλέπουμε μια πλήρη εικόνα του κόσμου, στην πραγματικότητα λείπουν πολλά. Εμπιστευόμαστε το μυαλό μας να καλύψει τα κενά.
Ο Ο’ Regan προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και πρότεινε ότι η νοητή εσωτερική εικόνα όχι απλά είναι ελλιπής, αλλά παντελώς απούσα. Δεν αναπαράγουμε κανένα περιβάλλον στον εγκέφαλό μας, αλλά απλά το αντιλαμβανόμαστε σε εξαιρετικά γρήγορα κινούμενες σκηνές (κάτι σαν snapshots) . Δεν υπάρχει εσωτερική εικόνα, δηλώνει. Κι ενώ οι περισσότεροι ερευνητές ισχυρίζονται ότι η όραση έχει να κάνει με τη δόμηση εσωτερικών εικόνων, ο O ‘Regan υποστηρίζει ότι μεταβαίνουμε από τον ένα οπτικό παράγοντα στον άλλο (από εικόνα σε εικόνα) αντιλαμβανόμενοι γεγονότα μόνο όταν χρειαζόμαστε πληροφορίες. Κατ ‘αυτόν τον τρόπο καταρρίπτει ριζικά την παραδοσιακή θεώρηση για την αισθητική αντίληψη: Το να αισθανόμαστε γίνεται πλέον μια ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ και όχι παθητική διεργασία με πιθανώς βαθύτατα παρεπόμενα.
Την προσοχή του O ‘Regan είχε τραβήξει μια νεώτερη εκδοχή της συσκευής του Bach-y-Rita, όπου τυφλοί εθελοντές (ή εθελοντές που τους είχαν κλείσει τα μάτια) φόρεσαν ένα εκτενέστερο set από ηλεκτρόδια τα οποία τοποθετήθηκαν στο δέρμα της ράχης ή της κοιλιακής χώρας. Ένας εθελοντής με το set τοποθετημένο μπροστά , μπορούσε να δει αντικείμενα χρησιμοποιώντας μια κάμερα σε τρίποδο, χωρίς όμως να μετακινείται ο ίδιος. Θύμωσε, άρπαξε την κάμερα και άρχισε να την περιστρέφει. ¨Όταν λοιπόν η «κακομεταχείριση» της κάμερας έγινε έντονη, συνέβη κάτι δραματικό. Άρχισε να αισθάνεται ενοχλήσεις στο στομάχι και στη συνέχεια , έως και την παρουσία εξωτερικών αντικειμένων. Ένας άλλος εθελοντής, έχοντας μια παρόμοια κάμερα τοποθετημένη στο κεφάλι του, ένιωσε τον εξωτερικό κόσμο να παίρνει σάρκα και οστά χρησιμοποιώντας ένα απλό zoom control και σχεδόν έπεσε προς τα πίσω , καθώς έβλεπε αντικείμενα να στρέφονται προς αυτόν. Τι συνέβη λοιπόν; Αυτό που προτάθηκε είναι ότι , καθώς η πληροφορία αφής αντικαθιστά την πληροφορία της όρασης , μπορεί να παράγει μία vison-like εμπειρία, αλλά μόνο όταν οι άνθρωποι ελέγχουν την κάμερα ενεργητικά κατά κάποιον τρόπο. Ο Weihenmayer, για παράδειγμα, μπορούσε σχεδόν να δει αντικείμενα με τη γλώσσα του. Δεν μπορούσε να τα γευτεί και δεν μπορούσε να τα αισθανθεί μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Η αίσθηση αυτή όμως μπορούσε να επιτευχθεί μόνο αν είχε την κάμερα στο κεφάλι του , ώστε να την κινεί σαν να σκάναρε τον χώρο με τα μάτια του. Κατά παρόμοιο τρόπο, οι τυφλοί άνθρωποι αισθάνονται τον ανοιχτό χώρο , καθώς προχωρούν με το μπαστούνι τους και όχι τους κραδασμούς από το tapping του μπαστουνιού στα χέρια τους. Με άλλα λόγια αναζητούν επίσης πληροφορίες για τον χώρο γύρω τους.
Αποτελέσματα σαν τα παραπάνω έχουν πείσει τον O’Regan ότι η αισθητική αντίληψη δεν είναι παθητική συλλογή πληροφοριών, αλλά ενεργητική αναζήτησή τους και παρατήρηση πώς η πληροφορία ανταποκρίνεται στις πράξεις μας. Αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, όχι απλά συγκεντρώνοντας πληροφορίες, αλλά δρώντας για να τον «ανακρίνουμε». Εάν η υπόθεσή μας είναι σωστή, σημειώνει ο O ‘Regan, τότε οι αισθήσεις δε διαμορφώνονται στον εγκέφαλό μας. Είναι πράγματα που κάνουμε. Η υποκατάσταση των αισθήσεων είναι εφικτή, γιατί για τον εγκέφαλο μας έχει πολύ μικρή σημασία από πού προέρχεται η πληροφορία. Αυτό που μετράει είναι ο τρόπος που τη συλλέγουμε.
Εάν αυτό είναι σωστό, η θεωρία του O’Regan δεν εξηγεί μόνο την αισθητική υποκατάσταση, αλλά έχει και φιλοσοφικές προεκτάσεις. Πιο συγκεκριμένα, δίνει απάντηση σε ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της συνειδητότητας : γιατί όταν βλέπουμε κάτι αισθανόμαστε διαφορετικά από όταν το αγγίζουμε; Η απάντηση δε φαίνεται να βρίσκεται στην ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου. Οποιαδήποτε αισθητικό ερέθισμα και αν ενεργοποιεί τη δραστηριότητα αυτή (αφή, γεύση, όραση, ήχος, οσμή) οι πληροφορίες κάθε φορά μεταφράζονται σε ηλεκτρικούς παλμούς. Κανείς μέχρι τώρα δεν έχει καταφέρει να εντοπίσει κάποια μοναδικότητα σε αυτούς τους παλμούς, ώστε να εξηγήσει γιατί παράγουν κάθε φορά διαφορετική αίσθηση.
Ο O’Regan πιστεύει ότι η «αισθητικοκινητική» θεωρία του μπορεί να δώσει μια απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Ίσως, προτείνει, να αισθανόμαστε διαφορετικά την αφή, τη γεύση, την όραση και τον ήχο, γιατί είναι διαφορετικές οι ενέργειές μας κάθε φορά που συλλέγουμε την αντίστοιχη πληροφορία. Ας πάρουμε για παράδειγμα την αίσθηση ότι ένα σφουγγάρι είναι μαλακό. Από πού προέρχεται η αίσθηση αυτή; Κανένας μέχρι τώρα δεν έχει βρει κάποιον νευρικό μηχανισμό ή σημείο του εγκεφάλου που να ενεργοποιείται αποκλειστικά όταν αισθανόμαστε κάτι μαλακό. Αυτό ισχύει, σύμφωνα με τον O’Regan, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει τέτοιος μηχανισμός ή εγκεφαλική περιοχή. Δουλεύοντας με τον φιλόσοφο Erik Myin στο University of Antwerp στο Βέλγιο, πρότεινε ότι η αίσθηση του μαλακού προέρχεται από τον τρόπο με τον οποίο αναζητούμε την πληροφορία για το σφουγγάρι. Μόλις πιέσεις την επιφάνειά του, υποχωρεί. Αυτή είναι μία διαφορετική ενέργεια από το άγγιγμα μιας σκληρής ή αιχμηρής επιφάνειας ή ενός υγρού.
Ενώ η θεωρία του O’Regan δίνει κάποιες απαντήσεις για την αφή, ή για τη διαφορά ανάμεσα στην αφή και την όραση, τι γίνεται με το μεγαλύτερο όλων των ερωτημάτων, την αίσθηση των χρωμάτων; Πώς μπορούμε να περιγράψουμε την ιδιότητα του κόκκινου ή του πράσινου με όρους διαφορετικών «ενεργειών» ; Για να συμπληρώσει τη θεωρία του, ο O’Regan έπρεπε να βρει μοναδικές ενέργειες ή δραστηριότητες που έχουν συνδυαστεί με την αντίληψη των διαφορετικών χρωμάτων.
Το συγκεκριμένο καθήκον φάνταζε αδύνατο να πραγματοποιηθεί, αλλά ο O’Regan και ο συνάδελφός του David Philipona από το Sony Computer Science Laboratory στο Παρίσι τελικά εξεπλάγησαν. Όταν ασχολήθηκαν με τις φυσικές ιδιότητες των αντικειμένων, εντόπισαν θεμελιώδεις διαφορές στον τρόπο με τον οποίο τα διαφορετικά χρώματα αλληλεπιδρούν με το φως. Στα κλασσικά μοντέλα, το είδωλο επιφανειών είναι το άθροισμα δύο πηγών: μία που συμπεριφέρεται σαν είδωλο από ματ επιφάνεια και μια που συμπεριφέρεται σαν είδωλο από γυαλί τοποθετημένο πάνω από την ματ επιφάνεια. Καθώς κινούμε τα μάτια μας, τα δύο είδη των ειδώλων αλλάζουν την πρισματική σύσταση στους και η σχέση μεταξύ τους διαφέρει ανάλογα με το χρώμα που κοιτάμε κάθε φορά. Ο O’Regan ισχυρίζεται ότι καθώς κινούμε τα μάτια μας πάνω σε μία επιφάνεια, εντοπίζουμε τη διαφορά στη σχέση μεταξύ των ειδώλων κι έτσι αισθανόμαστε το χρώμα. Το βασικό σημείο όσον αφορά την αντίληψη είναι τι συμβαίνει όταν εξετάζουμε εξονυχιστικά το περιβάλλον: δεν είναι η εγκεφαλική δραστηριότητα αυτή καθ’ εαυτή που δίνει το χρώμα. Ερευνητές έχουν εντοπίσει ότι τα πρωταρχικά χρώματα παρουσιάζουν συγκεκριμένες διακριτές αλλαγές, οι οποίες πολύ πιθανόν να εξηγούν γιατί τα χρώματα αυτά αναγνωρίζονται παγκοσμίως ως ιδιαίτερα.
Η θεωρία του O’Regan έχει ήδη αμφισβητίες. Το Bach-y-Rita πιστεύει ότι η εξήγηση για την αισθητική υποκατάσταση βρίσκεται στην αξιοσημείωτη ελαστικότητα του εγκεφάλου. Υποστηρίζει ότι υπάρχουν πολλά μονοπάτια από τις αισθήσεις μας σε όλες τις διαφορετικές αισθητικές περιοχές του εγκεφάλου μας. Εάν κάποιος απολέσει τη βασική πρόσβαση από τα μάτια στον οπτικό φλοιό, πιο αδύναμες οδοί από το δέρμα, τα αυτιά, ή τη γλώσσα θα αναλάβουν να διαδραματίσουν τον ρόλο των ματιών. Αυτό είναι που συμβαίνει σε όσους διαβάζουν με το σύστημα Braille, που στρατολογούν τον οπτικό φλοιό τους όταν αγγίζουν το σχήμα των γραμμάτων.
Δεν απαιτείται πολύς χρόνος μέχρι να διαπιστώσουμε ποιος έχει δίκιο, καθώς ο O’Regan και οι συνεργάτες του ήδη εργάζονται πάνω σε προβλέψεις της θεωρίας τους περί αισθητικής υποκατάστασης που θα μπορούν να επιβεβαιωθούν εργαστηριακά. Σύμφωνα με μια από αυτές τις προβλέψεις τους, θα έπρεπε να είναι δυνατόν να κάνουν την υποκατάσταση ακόμα πιο πειστική καθιστώντας την ενέργεια συλλογής των πληροφοριών όσο πιο πιστή απομίμηση της κανονικής. Σε αυτό το σημείο, ο O’Regan και η Malika Auvrey χρησιμοποίησαν μία κάμερα που αναπαριστά τον οπτικό κόσμο με ήχο. Τα αντικείμενα με πιο ανοιχτό χρώμα γίνονται πιο δυνατοί ήχοι, τα αντικείμενα που βρίσκονται ψηλά στο οπτικό πεδίο αναπαριστώνται ως υψηλοί τόνοι και τα αντικείμενα χαμηλά στο οπτικό πεδίο ως πιο χαμηλοί τόνοι (pitches) , ενώ η πλευρική θέση εκπροσωπείται από στερεοφωνικό ήχο. Είναι δύσκολο να το φανταστούμε, αλλά αν η κάμερα εστίαζε σε μία λάμπα στο κέντρο του οπτικού μας πεδίου, τότε θα ακούγαμε έναν δυνατό θόρυβο που θα αποτελούνταν από περιορισμένους τόνους, εντοπισμένους στον χώρο. Αν όμως η στο δωμάτιο είχαμε ημίφως, θα ακούγαμε μικρότερο εύρος τόνων διασκορπισμένων στον χώρο. Καθώς μετακινείται η κάμερα, ο ήχος αλλάζει. Σε πιλοτικές δοκιμές με μια παρόμοια συσκευή σχεδιασμένη από τον μηχανικό Peter Meijer από το Eindhoven, Netherlands, πήρε κάμποση ώρα μέχρι να συνηθίσουν τα σήματα οι εθελοντές. Μετά από λίγες ώρες όμως προσεκτικού feedback είτε μέσω της αφής, είτε μέσω πληροφόρησής από τους ερευνητές για το τι αγγίζουν κάθε φορά που άκουγαν τους διαφορετικούς ήχους , οι άνθρωποι μπορούσαν να ξεχωρίσουν τα αντικείμενα από τον ήχο τους και μόνο. Μπορούσαν να διαχωρίσουν φυτά από αγάλματα και σταυρούς από κύκλους και όλα αυτά χωρίς να έχουν την ψευδαίσθηση ότι βλέπουν. Ήξεραν συνειδητά ότι δε βλέπουν με τα μάτια τους όλα αυτά τα αντικείμενα. Ο O’Regan πιστεύει ότι όσο περισσότερο κάνουν την ηχητική πληροφορία να ακολουθήσει τους κανόνες των οπτικών εικόνων, τόσο πιο πολύ θα μοιάζει με όραση. Για παράδειγμα, το σύστημα του Meijer παρουσιάζει μια καθυστέρηση μεταξύ της κίνησης της κάμερας και της ακρόασης του ήχου, η οποία πρέπει να ελαχιστοποιηθεί. Μια άλλη πολύ καλή προσαρμογή θα ήταν να παύει ο ήχος κάθε φορά που οι εθελοντές ανοιγοκλείνουν τα μάτια τους ,που είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει και στον πραγματικό οπτικό μας κόσμο, παρόλο που δεν το αντιλαμβανόμαστε.
Ίσως κάποια μέρα και οι τυφλοί άνθρωποι να παίζουν χαρτί, ψαλίδι ,φωτιά με …στερεοφωνικό ήχο. Αν οι υποθέσεις του O’Regan αποδειχτούν σωστές, τότε θα νιώθουν σαν να μπορούσαν πραγματικά να δουν. Κι αυτό θα ήταν όντως Αίσθηση…..
Επιμέλεια : Ιωάννα Αθανασοπούλου
Πηγές
· www.newscientist.com/channel/being-human
· “Εσωτερική όραση, μια εξερεύνηση της τέχνης και του εγκεφάλου» , Zeki Semir, Οκτώβριος 2002, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.
Επιμέλεια : Ιωάννα Αθανασοπούλου
Πηγές
· www.newscientist.com/channel/being-human
· “Εσωτερική όραση, μια εξερεύνηση της τέχνης και του εγκεφάλου» , Zeki Semir, Οκτώβριος 2002, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.
Δημοσιεύτηκε στο http://saligaros.googlepages.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου